Ο Τέρης Χρυσός “απολογείται” για την 63χρονη καριέρα του !

Αλλά και αναφέρεται σε σημαντικές προσωπικές καταστάσεις που σημάδεψαν την πλούσια – καλλιτεχνικά –  ζωή του!

Πως κρίνει το σημερινό ποπ και λαϊκό τραγούδι. 

 

Ο μεγάλος καλλιτέχνης που φιλοξενούμε σήμερα στις σελίδες του «Διαλόγου» δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις για την χαρακτηριστική και αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου φωνή, την μοναδική του σκηνική παρουσία, την σεμνότητα και την ταπεινότητα παρά τους δεκάδες δίσκους, τις εκατοντάδες συναυλίες, τις κλασικές επιτυχίες του στο ελαφρό και μοντέρνο τραγούδι. Κυρίες και κύριοι, ο ανεπανάληπτος κ. Τέρης Χρυσός!

 

Συνέντευξη στον συνεργάτη μας Χάρη Μαντέλλο

 

Πώς ήταν τα πρώτα χρόνια σας στην μουσική; Υπήρχαν εμπόδια που έπρεπε να αντιμετωπίσετε σαν νέος καλλιτέχνης βιώνοντας μάλιστα και αρκετές οικονομικές δυσκολίες;

 

Πολλά εμπόδια υπήρχαν αλλά υπήρχε καλό τραγούδι. Θα έλεγα καλύτερο από αυτό που υπάρχει σήμερα. Τα εμπόδια ήταν πολλά. Ήμουν μικροσκοπικός, αδύνατος, 48 κιλά, με ειρωνεύονταν, μου έκαναν πόλεμο αλλά εγώ επέμενα πάρα πολύ. Μάλιστα τα πρώτα 10 χρόνια της καριέρας μου δεν τραγουδούσα ελληνικά τραγούδια αλλά αμερικάνικη τζαζ, ιταλικά και γαλλικά και μου έλεγαν οι μουσικοί «πες κανένα ελληνικό τραγούδι για να κάνουμε χαρτούρα» και τότε αναγκαστικά μάθαινα κάποια ελληνικά, κυρίως κανταδορίστικα. Πέρασα δύσκολα και πολύ φτωχικά χρόνια. Με το τραγούδι παρ’ όλο που έπαιρνα λίγα λεφτά έσωσα την οικογένειά μου. Ήρθαμε πρόσφυγες στην Ελλάδα γιατί στην Πόλη δεν άφηναν οι Τούρκοι τον πατέρα μου να δουλέψει επειδή ήταν Έλληνας υπήκοος και όταν ήρθαμε στην Ελλάδα για πρώτη φορά εγώ ήμουν 8-10 ετών και βγήκα και πούλαγα φιστίκια στην Τρούμπα. Με υποστήριζαν οι γυναίκες της Τρούμπας γιατί από τότε είχα το μεράκι να τραγουδώ. Μάλιστα σε κάποια καμπαρέ όταν ήμουν 12 ετών με σηκώνανε για να τραγουδήσω. Μετά την Αθήνα πήγαμε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Εκεί έλαβα μέρος σε έναν διαγωνισμό ταλέντων και με παρουσίασε ο αείμνηστος Άλκης Στέας που μου άλλαξε το όνομα από Λευτέρης Χρυσόγελος σε Τέρης Χρυσός.

Στο μαγαζί που δούλευα ήρθε για την περίοδο της Εκθέσεως ο Μανώλης Χιώτης μαζί με την Μαίρη Λίντα που ήταν τεράστιες φίρμες. Εκεί μου είπε ο Χιώτης «τι κάθεσαι εδώ ρε παιδάκι μου; Σήκω και έλα στην Αθήνα». Τότε ήμουν γύρω στα 18-19, το σκέφτηκα καλά με την μητέρα μου και τον πατέρα μου και τα μαζεύουμε ένα πρωινό και έρχομαι Αθήνα. Πάω και βρίσκω τον Χιώτη και μου λέει «καλά που ήρθες, έχω δουλειά για σένα». Δούλεψα μαζί τους σε ένα μαγαζί που λεγόταν «Πλακιώτικη αυλή» και ένα βράδυ μου λέει ο Χιώτης «αύριο 9 το πρωί σε περιμένω στην Columbia οπωσδήποτε. Θα πεις ένα τραγούδι μου». Του λέω «Μα κύριε Μανώλη το τραγούδι δεν το ξέρω». «Θα το μάθεις εκεί εκείνη την ώρα», μου απαντάει. Το τραγούδι ήταν το «Ένας βλάκας και μισός» που όμως δεν έκανε επιτυχία παρ’ όλο που έγινε και κινηματογραφική ταινία με τον Χρήστο Ευθυμίου και το τραγουδούσε η Λίντα. Επιτυχία δεν έγινε ούτε το δεύτερο κομμάτι που είπα που ήταν του Μίμη Πλέσσα και λεγόταν «Το όνομά σου» και τότε η Columbia με αποδεσμεύει και μη έχοντας πού να πάω κάποιος με συστήνει στη νέα τότε δισκογραφική εταιρεία Music Box. Οι ιδιοκτήτες –ο Μαρτέν Γκεσάρ και η γυναίκα του Μαρίκα- ήταν εξαιρετικοί άνθρωποι, με αγκάλιασαν σαν παιδί τους και μου έδιναν τραγούδια από την πρώτη στιγμή. Την περίοδο εκείνη με φωνάζει και η Ραδιοφωνία γιατί είχα δώσει εξετάσεις –τότε για να τραγουδήσεις στο ραδιόφωνο ή για να παιχτεί ένας δίσκος που έκανες έπρεπε να έχεις περάσει από επιτροπή μουσικολόγων του Ε.Ι.Ρ., όχι όπως τώρα που όποιος θέλει περνάει- και μου λέει «Θα πας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης». Μου έδωσαν 4 τραγούδια και ένα από αυτά ήταν το «Πέταξε ένα πουλί» που πήρε το Α’ Βραβείο. Όπως καταλαβαίνετε η Music Box με αγκάλιασε περισσότερο, μου έκανε δίσκο με εξώφυλλο που ήταν όνειρο για κάθε τραγουδιστή εκείνη την εποχή και αυτή ήταν η καλή αρχή της μεγάλης καριέρας μου.

 

 

Υπηρετήσατε το λεγόμενο μοντέρνο ελληνικό τραγούδι επί πολλά χρόνια. Πολλά βιβλία και άρθρα που αναφέρονται στην ελληνική ροκ σκηνή δεν υπάρχει περίπτωση να μην συμπεριλαμβάνουν και εσάς και τη δισκογραφία σας θεωρώντας ότι έχετε συμβάλλει στην προώθηση του ποπ-ροκ τραγουδιού στη χώρα μας. Πώς βλέπετε σήμερα την εξέλιξη αυτού του μουσικού είδους;

 

Όταν έκανα το «Πέταξε ένα πουλί» και κάποια ακόμη ελαφρά τραγούδια με φώναξε ο Γκεσάρ και μου είπε «Τέρη μου τα τραγούδια αυτά τα λένε πολλοί. Πρέπει να βρούμε ένα άλλο στυλ για σένα που να αγγίζει τη νεολαία». Κατά σύμπτωση είχα πάρει το 3ο βραβείο στο Φεστιβάλ Βαρκελώνης με το «Σβήσε νύχτα» του Ανδρέα Αλεξανδράτου που δεν έγινε γνωστό στην Ελλάδα. 2ο βραβείο όμως πήρε ο Little Tony με το «Mulino a vento» το οποίο μου άρεσε πολύ και είπα στον Γκεσάρ να το μεταφράσουμε στα ελληνικά. Πράγματι το μετέφρασε ο σπουδαίος δημοσιογράφος και στιχουργός Νότης Κύτταρης, τον οποίο ευχαριστώ πάρα πολύ, και το τραγούδησα με τον τίτλο «Μύλος η καρδιά μου» που μόλις βγήκε έγινε σουξέ όπως και το «Ήταν μια οπτασία», επίσης μεταφρασμένη στα ελληνικά ιταλική επιτυχία. Έτσι ξεκίνησε η ποπ καριέρα μου που απογειώθηκε με το «Τάκα τάκα» που μέχρι τώρα τραγουδιέται, η «Μικρή Ντιλάιλα» του Tom Jones, το «Όνειρα» του Joe Dassin κ.λπ. Έχω κάνει περί τα 500 τραγούδια σε δισκογραφία και πολλά με ορίτζιναλ playback από την Ιταλία γιατί προφανώς η ιταλική εταιρεία άκουγε αυτά που έλεγα και με ενέκριναν για να τα λέω.

Αν έρθουμε στο σήμερα θα είμαι πολύ καυστικός. Λυπάμαι πάρα πολύ αλλά σήμερα δεν υπάρχουν καλά τραγούδια και οι καλοί τραγουδιστές είναι λίγοι. Πολύ καλοί είναι η Μαντώ, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης και 2-3 άλλοι. Τα δε τραγούδια που γράφονται είναι κατά 90% για πέταμα. Κρατώ ένα 10% όπως είναι τα τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη και μερικών άλλων. Λυπάμαι πάρα πολύ που αντί να προχωρήσει η ελληνική μουσική και ειδικά η ποπ παρουσιάζει αυτή την απογοητευτική εικόνα σήμερα. Αλλά ούτε και τα λαϊκά τραγούδια έχουν προχωρήσει. Δεν υπάρχει ένας Στράτος Διονυσίου, ένας Στέλιος Καζαντζίδης, ένας Μανώλης Αγγελόπουλος. Σήμερα ακούω 10 τραγουδιστές και ο ένας μιμείται τον άλλον. Κάνουν τα ίδια γυρίσματα στη φωνή και το κοινό τους γνώρισμα είναι ότι οι περισσότεροι εξ αυτών είναι θρασύτατοι. Μόλις κάνουν μισή επιτυχία αποκτούν ύφος αφ΄ υψηλού. Εγώ 62 χρόνια έχω σε αυτή την δουλειά και πάλι λέω «σήμερα υπάρχεις, αύριο δεν υπάρχεις».

 

Το 1961 συμμετείχατε στη θρυλική συναυλία του Μίκη Θεοδωράκη στο Κεντρικόν με το τραγούδι «Η Βάγια» σε σύνθεση Γιάννη Μαρκόπουλου και ποίηση Νίκου Γκάτσου. Τι θυμάστε από αυτή την εμφάνισή σας;

 

Ήταν μια ιστορική συναυλία με Καζαντζίδη, Μαρινέλλα, Μαίρη Λίντα, ο Χιώτης, ο Μπιθικώτσης που τρακαρίστηκε και αποχώρησε κ.λπ. Η Ραδιοφωνία με φώναξε και μου είπε ότι θα πω κι εγώ ένα τραγούδι. Θα μπορούσα αυτό το σκέλος να το είχα εκμεταλλευθεί και να ζητήσω από τον Θεοδωράκη να μου δώσει ένα δικό του τραγούδι αλλά ήμουν τόσο ντροπαλός που δεν το έκανα. Θα πω όμως και μια αλήθεια. Δεν μου άρεσε τόσο αυτό το είδος τραγουδιού, δεν ήταν στην καρδιά μου. Ενώ είχε μεγάλη απήχηση και αν το ακολουθούσα μπορεί να είχα σήμερα μια δική μου πολυκατοικία εγώ έκανα την βλακεία και ήθελα να ακολουθήσω το μοντέρνο διεθνές τραγούδι. Λίγο η ντροπή μου, λίγο το ότι δεν ήθελα αυτό το είδος τραγουδιού με έκαναν να απέχω. Βέβαια πέτυχα στο ποπ τραγούδι αλλά δεν έκανα εκατομμύρια. Έπαιρνα πάντως ένα αξιόλογο μεροκάματο με το οποίο ζούσα 3 οικογένειες, της μητέρας μου και του πατέρα μου που δεν είχαν σύνταξη, της αδελφής μου με τα 4 παιδιά της που δεν είχαν δουλειά και σπίτι και τον εαυτό μου.

 

Για να χτίσετε αυτή την λαμπρή καριέρα αλλά και την συνεχή και συνεπή επαφή με το κοινό και τη δισκογραφία τι θυσίες χρειάστηκε να κάνετε ίσως και εις βάρος της προσωπικής σας ζωής;

 

Πρώτα πρώτα δεν μπόρεσα να κάνω οικογένεια γιατί τη μία μέρα βρισκόμουν εδώ και την άλλη στην Αμερική. Το μόνο που κατάφερα να βγάλω από αυτή την δουλειά είναι ένα δυάρι 55 τετραγωνικών μέτρων όπου μένω. Ταξίδεψα πολύ και έζησα πολλά πράγματα αλλά δεν μπόρεσα να κάνω οικογένεια γιατί είχα δυο πράγματα που με φρενάριζαν. Το ένα ήταν η δουλειά και το άλλο η μητέρα μου. Τρεις φορές προσπάθησα να παντρευτώ και πάντα η μητέρα μου ήταν αντίθετη γιατί ήθελε να ζει μόνο με μένα. Εγώ σαν βλάκας που ήμουνα την άκουγα. Βέβαια είχα κι εγώ κάποιους δεσμούς σαν άνθρωπος αλλά το μόνο που με λυπεί είναι το ότι δεν έκανα παιδιά. Ήθελα να έχω παιδιά, απογόνους, όχι για να ακολουθήσουν τη δική μου αχάριστη δουλειά αλλά για να διαδώσουν το έργο μου και τη θυσία που έχω κάνει γι’ αυτή την δουλειά. Έχω όμως πολλά ανίψια που με υπεραγαπούν και τα αγαπώ κι εγώ. Είμαι 83 ετών αν και δεν μου φαίνεται, είμαι δηλαδή μεγάλος πλέον και δεν μπορώ να φτιάξω κάτι άλλο για την ζωή μου. Ένα καλό πάντως που έχω σε αυτή την ηλικία είναι ότι ο Θεός μου έχει αφήσει αλώβητη τη φωνή μου, μπορώ και τραγουδάω και μάλιστα τον τελευταίο χρόνο έχω πει 10 νέα τραγούδια που είναι όλα ανεβασμένα στο youtube. Επειδή μάλιστα η φωνή μου δεν άλλαξε μου γράφουν διθυραμβικά σχόλια που ειλικρινά συγκινούμαι και δακρύζω όταν τα διαβάζω.

 

 

Πώς αισθάνεστε όταν ακούτε παλιά τραγούδια σας να ακούγονται το ίδιο φρέσκα και σήμερα από το ραδιόφωνο; Είναι μια δικαίωση των όσων κάνατε;

 

Είναι μεγάλη δικαίωση και καταξίωση και ευχαριστώ πάρα πολύ το κοινό, αυτές τις 3 γενιές που μεγάλωσαν με τα τραγούδια μου. Αισθάνομαι υπερηφάνεια, ευχαριστώ πολύ τον κόσμο και περισσότερο τον Θεό και την Παναγία που άφησαν απείραχτη την φωνή μου. Τι περισσότερο μπορώ να πω από ένα τεράστιο ευχαριστώ όταν ακόμη και ένα παιδί 10 ετών ξέρει τα τραγούδια μου; Αυτή είναι η ικανοποίηση ενός καλλιτέχνη με τόσα χρόνια στο επάγγελμα. Ούτε το χρήμα ούτε η δόξα. Βέβαια έχω χάσει ευκαιρίες και έχω μετανιώσει που δεν είπα και μερικά λαϊκά τραγούδια αλλά σε γενικές γραμμές είμαι ικανοποιημένος με όσα έκανα.

 

Η μεγαλύτερη χαρά και το μεγαλύτερο παράπονο από την καριέρα σας;

 

Η μεγαλύτερη χαρά όταν παιδί 25 ετών πήρα το Α’ Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η μεγαλύτερη λύπη μου είναι ότι τα τελευταία χρόνια η ελληνική τηλεόραση δεν μου φέρεται αξιοπρεπώς διότι βλέπω όλες τις «μεγάλες και σπουδαίες» εκπομπές να παίρνουν νέους καλλιτέχνες από κάτι show και ποτέ δεν με φώναξαν να κάνουμε μια εκπομπή και να πουν «βρε παιδιά υπήρχε και ένας άνθρωπος που ξεκίνησε αυτό το είδος, να του δώσουμε ένα βήμα να πει κι αυτός αυτά που θέλει». Εξάλλου τα τραγούδια μου δεν έχουν πεθάνει. Επίσης έχω ένα ερώτημα σαν συνέχεια του παράπονου. Γιατί τον Τέρη Χρυσό δεν τον καλέσανε ποτέ να τραγουδήσει στο Ηρώδειο ή στο Μέγαρο Μουσικής; Τι λιγότερο έχω από αυτούς, ακόμα και τους λαϊκούς τραγουδιστές, που τραγούδησαν εκεί; Αυτό είναι το μεγαλύτερο παράπονό μου και θα το λέω μέχρι την τελευταία μου στιγμή.

Σχετικές δημοσιεύσεις