ΝΕΚΡΟΛΟΓΙΑ: Στέφανος Γώγος του Γεωργίου και της Πηνελόπης (1923-2021 Άνω Παλαιοκαρυά Τρικάλων)

Μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες του ανθρώπου, δοκιμασία και για την πίστη μας, είναι η απώλεια αγαπημένων, μοναδικών ανθρώπων, όσο ‘’μεγάλοι’’ και αν ήταν. Τα 98 χρονάκια του, μπορεί να ήταν ακόμα γεμάτα όνειρα προσφοράς. Ο μπάρμπα Στέφος Γώγος ήταν απ’ αυτούς, είχε προσφέρει, συνέχιζε να το κάνει όσα χρόνια είχα την τύχη να τον γνωρίζω και το έκανε για όλους. Για οικογένεια και φίλους, για εγγόνια και επισκέπτες της Άνω Παλαιοκαρυάς. Έως τη στιγμή που τον ζήτησε κοντά του ο Θεός.

 

Τον γνώρισα τον κρύο χειμώνα του 1996. Δεν είχα πολύ καιρό που είχα αναχωρήσει οριστικά απ’ τη γενέτειρα Αθήνα και είχα εγκατασταθεί στην Ελάτη Τρικάλων. Η έφεση για γνωριμία με την ευρύτερη περιοχήοδήγησε την σύντροφό μου Σμαραγδή να με φέρει στην Άνω Παλαιοκαρυά, στο καφενεδάκι του μπάρμπα Στέφου και της κυρά Παρασκευής. Από τότε, πέρασαν εικοσιπέντε χρόνια. Θυμάμαι ότι πήγαμε με τη μοτοσυκλέτα, αναζητώντας κάποιον άνθρωπο να ξέρει που βρίσκεται το περίφημο και αθέατο γεφύρι της Παλαιοκαρυάς. Τα λεπτά περνούσαν χωρίς να ακούγεται τίποτα, εκτός τους ήχους που έκανε ο αέρας κατεβαίνοντας με δύναμη από τη Γκρόπα.

 

Χειμώνας ήταν, στην αρχή νομίζαμε ότι κι αυτό το καφενείο θα ήταν κλειστό, όπως τόσα άλλα. Η πόρτα του άνοιξε απότομα, ξεπρόβαλε μια γιαγιά και μας προσκάλεσε μέσα. Βάλαμε κράνη, μπουφάν και γάντια σε κάποια απόσταση απ τη ξυλόσομπα, ενώ ταυτόχρονα χαζεύαμε την εικόνα του καταστήματος. Στον παλιό ξύλινο πάγκο σε θήκες, υπήρχε στη σειρά το τσίπουρο, το κονιάκ, ενώ στα ράφια βρίσκονταν ταχτοποιημένα δεκάδες κουτάκια με κουμπιά, κλωστές, κορδόνια, βελόνες, τσιγάρα, μπουκάλια πετρελαίου και οινοπνεύματος, αλλά και συσκευασμένα τρόφιμα.

Ξάφνου, απ’ το μικρό καμαράκι εμφανίσθηκε ένας καλοστεκούμενος χαμογελαστός κύριος. «Τι χαλεύ’ς εδώ πάνω» μου είπε (τη Σμαραγδή τη γνώριζε από το φαρμακείο, γι αυτό ο ενικός). Του απάντησα ότι ψάχναμε το παλιό πέτρινο γεφύρι του χωριού. Κουβέντα στην κουβέντα μου είπε το όνομά του, Στέφος Γώγος. Σε λίγο φάνηκε και η γιαγιά, που τη μια στιγμή μας προσκάλεσε στο καφενείο και την άλλη είχε εξαφανιστεί. Τότε κατάλαβα γιατί. Ετοίμαζε μεζέδες για το τσιπουράκι, χωρίς να τα παραγγείλουμε. «Η γυναίκα μου Τσιβούλα», με σύστησε ο μπάρμπα Στέφος. Χρυσοχέρα η κυρά Παρασκευή, τουρσί από το δικό τους, ομελέτα με αυγά από τις κότες τους, πατατούλες από το χωράφι κι ένα τσίπουρο, άρωμα. Ψυχούλα. Εκείνη βιάστηκε. Μας άφησε φτωχότερους πριν δέκα χρόνια, πάλι Φεβρουάριο.

 

Μας παρέσυραν τα λόγια του, αντί να μάθουμε που είναι το γεφύρι μάθαμε την ιστορία τους: «Παντρεύτηκα το 1950, την ίδια εποχή που έκανα το ‘’καφεπαντοπωλείο’’, σπούδασα δυο αγόρια και μια κόρη απ αυτό.Να ξέρεις, παλιότερα, δίπλα από εδώ ήταν το χάνι, μέχρι το 1960 αυτός ο δρόμος ήταν ο κεντρικός για όλα τα χωριά της περιοχής» μου έλεγε. «Ήταν πέρασμα,  πολύς κόσμος τότε, κάτοικοι απ το Κατούσι, το Ανθηρό, ταξιδιώτες, έμποροι, 200-300 άτομα τη μέρα πέρναγαν με τα πόδια, άλλοι ζαλίγκα άλλοι με φορτωμένα μουλάρια, αλλά 4-5 έμπαιναν μέσα. Ένας ήθελε καφέ, άλλος 5 δεκάρες τσιγάρα, άλλος ένα φράγκο. Κάπως έτσι πορευτήκαμε».

 

Τα λόγια του ακόμα αντηχούν στα αυτιά μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λόγια της κυρά Παρασκευής. Λόγια σοφίας και αρετής που μόνο στα ορεινά απομονωμένα μέρη της πατρίδας μας ακούγονται, όσο ζουν οι φορείς αυτής της γνώσης που τη μεταδίδουν με σωφροσύνη. Τέτοιοι άνθρωποι ήταν, γι αυτό άλλωστε ταίριαξαν. Τότε και πάντα.

 

Ας είναι το παρόν ένα ελάχιστο αντίδωρο στη μνήμη τους, για όσα απλόχερα μας έδωσαν, για όλα όσα έδωσαν στον τόπο τους.

 

Σμαραγδή Κούλιου – Άγγελος Σινάνης

19/2/2021

Σχετικές δημοσιεύσεις