Ώρα Ευρώπης: αργάμιση και πέντε

(Φοβούμαι πως τα χειρότερα είναι μπροστά μας…)

  • Γράφει η Λένα Παπαντώνη

 

Και να λοιπόν που οι συνεχείς κωδωνοκρουσίες των τελευταίων ετών σήμαναν το οριστικό τέλος της αθωότητας, της υπεροψίας, της αμεριμνησίας και της κοινωνικοπολιτικής πλαδαρότητας. Το αποτέλεσμα των εκλογών της περασμένης Κυριακής στη Γαλλία, την -για να μην ξεχνιόμαστε- δεύτερη σε μέγεθος μεγαλύτερη δημοκρατία της Γηραιάς ηπείρου, ήρθε να διαλύσει άπαξ και δια παντός κάθε ψευδαίσθηση και να προσγειώσει -αυτό ελπίζω τουλάχιστον- ανώμαλα όσους συστηματικά εθελοτυφλούσαν μπροστά στον επερχόμενο, διογκούμενο κίνδυνο.

Η ακροδεξιά για πρώτη φορά κατέκτησε την πρωτιά και είναι βέβαιο πως ό,τι και αν έχει γίνει στις χθεσινές επαναληπτικές εκλογές έχει κατοχυρώσει σημαντικό ρόλο ως ρυθμιστής των εξελίξεων. Αν περιμένετε εδώ να δω το θέμα με «ρεαλισμό» και «εκτός των ιστορικών ιδεολογικών προσεγγίσεων» θα μείνετε στην αναμονή.

Δεν υπάρχει «καλή» ακροδεξιά, δεν υπάρχει «πολιτικός ρεαλισμός» στις προσεγγίσεις μαζί της και οι όποιοι εναγκαλισμοί και περιπτύξεις μαζί της -όπως ήδη επιχειρούν μεγάλοι πολιτικοί σχηματισμοί- μόνο μεγάλα δεινά μπορεί να προοιωνίζονται.

Δεν υπήρχε «καλή ακροδεξιά» όταν κάποιοι στα καθ ημάς -πολιτικοί, δημοσιογράφοι, οικονομικά κέντρα- επιχειρούσαν διακαώς να απενοχοποιήσουν τους φασίστες της Χρυσής Αυγής, δεν υπάρχει και τώρα. Η ακροδεξιά, με τις μισανθρωπικές ρητορείες της, είναι εξ ορισμού αδύνατο να συμπορευτεί με την έννοια του καλού. Ούτε καν με αυτή του αποδεκτού. Αμφισβητώ λοιπόν το κριτήριο του κόσμου; Αν πρέπει να πάρω τέτοια θέση ναι.

Δεν είναι ελιτισμός, ούτε πολιτικός εστετισμός. Είναι απλή ανάγνωση των ιστορικών δεδομένων που, για ακόμη μια φορά, επαναλαμβάνονται ως, κακή, φάρσα. Οι μάζες παραπλανόνται και παρασύρονται όταν οι συνθήκες είναι έτσι φτιαγμένες που να το επιτρέπουν. Το έχουμε δει πολλές φορές.

Η Ευρώπη της ειρήνης, της ευημερίας, της αρμονικής συνύπαρξης των λαών, της αποδοχής και των ίσων ευκαιριών για όλους αποδείχτηκε -δυστυχώς!- μια φενάκη καθώς τα γραφειοκρατικά διευθυντήρια, κατέστησαν εαυτούς υπηρέτες συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων με άμεση συνέπεια την ανισομερή διανομή του πλούτου τόσο μεταξύ των λαών όσο και μεταξύ των κοινωνικών ομάδων κάθε χώρας-μέλους.

Η αυξανόμενη οικονομική πίεση στα μεγάλα λαϊκά, παραγωγικά στρώματα γέννησε -ή αν θέλετε ανέστησε εκ της τέφρας τους- και έθρεψε τις ακροδεξιές ρητορείες. Ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης στην μεταπανδημική περίοδο η οποία -ας μη γελιόμαστε- εξακολουθεί να αποτελεί περίοδο βαθιάς οικονομικής κρίσης, ακούει συνεχώς για «ανάπτυξη», «αύξηση ΑΕΠ», «μείωση πληθωρισμού και ανεργίας» αλλά αυτά δεν τα βλέπει να αποτυπώνονται στην προσωπική του οικονομική κατάσταση, στην δική του καθημερινότητα που βαίνει διαρκώς επιδεινούμενη.

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν και ενώ οι ακροδεξιές ρητορείες τα χρησιμοποιούν -κλασικά- ως λίπασμα για να ανθίσουν, το πολιτικό και οικονομικό σύστημα σε μια, επίσης κλασική, επίδειξη αυτοχειρίας αντί να τις αποδομήσει έρχεται να τις υιοθετήσει κατά το μέρος ή το όλον με σκοπό να επαναπροσελκύσει προς την πλευρά του τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους.

Κάπως έτσι λοιπόν η δηλητηριώδης ρητορική της ακροδεξιάς γίνεται κομμάτι των συστημικών κομμάτων, κάπως έτσι για όσους ορίζουν τις τύχες των λαών δεν φταίνε οι πολιτικές επιλογές τους για την αποδυνάμωση της αγροτικής και εργατικής τάξης, για την ραγδαία αποβιομηχάνιση -με ό,τι αυτό συνεπάγεται- των παραδοσιακών δυνάμεων, για την εκτόξευση του κόστους διαβίωσης σε δυσθεώρητα και δυσβάσταχτα ύψη, για την προκλητική εύνοια των ολίγων εις βάρος των πολλών σε κάθε έκφανση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Φταίνε οι «ξένοι», οι «παλαβοί ηγέτες των κακών χωρών», η «κλιματική αλλαγή».

Οποίο πεδίον δόξης λαμπρό για όσους πονηρούς μπορούν να το εκμεταλλευτούν. Ιστορικά η ακροδεξιά μεγαλώνει υποσχόμενη αναδιανομή του πλούτου υπέρ των «ταπεινών και καταφρονεμένων» ενώ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να διογκώνει τις περιουσίες των πολύ ολίγων την ώρα που βυθίζει τον κόσμο στη βία, το χάος και εν τέλει την καταστροφή -εξασφαλίζοντας πως ότι δεν αναδιενεμήθη με το καλό θα αναδιανεμηθεί με τη βία. Εννοείται πως ο ιδεολογικός της μανδύας έχει πάντοτε αφθονία έθνους και πατρίδας.

Ο πατριωτισμός είναι άλλωστε -κατά Σάμιουελ Τζόνσον- το ύστατο καταφύγιο των καθαρμάτων. Δεν είναι φυσικά κάθε πατριώτης κάθαρμα, αλλά είναι πολλά τα καθάρματα που τον επικαλούνται και τον οικειοποιούνται. Οψόμεθα λοιπόν. Προσωπικά δεν είμαι ιδιαιτέρως αισιόδοξη. Εκτιμώ ότι διάγουμε τις τελευταίες προπολεμικές ημέρες και τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Εύχομαι να αποδειχθώ μια αποτυχημένη Κασσάνδρα. Εύχομαι μεν, δεν το ελπίζω δε…

Υ.Γ. Στην οικονομία της συζήτησης δεν είναι ήσσονος σημασίας τα μικρά, προσωπικά λιθαράκια που με επιμέλεια τοποθετούν οι εκπρόσωποι του πολιτικού, οικονομικού και δικονομικού συστήματος στην ανέγερση του ακροδεξιού οικοδομήματος. Οι «ανέγγιχτοι» «Αυγενάκηδες», «Novartηδες», «Λύτρες» κλπ φουντώνουν τη φωτιά κάτω από τη χύτρα της συσσωρευμένης κοινωνικής οργής. Όσο οι «αναγνώσεις των μηνυμάτων» είναι επιπέδου αναλφάβητου και οι στάσεις και οι συμπεριφορές συνεχίζουν απτόητες στο δρόμο της ακραίας πρόκλησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος, τόσο αυξάνει η πίεση στο καπάκι…

Σχετικές δημοσιεύσεις