Λένα Παπαντώνη: Ευεργεσίες (H Ελλάδα που ζούμε και η Ελλάδα που ονειρευόμαστε)

Ως χώρα έχουμε το προνόμιο (;) να διαθέτουμε μια σχετικά πολυάριθμη λίστα Εθνικών ευεργετών, ανθρώπων δηλαδή που σε κάποια στιγμή του βίου τους προχώρησαν σε γενναίες δωρεές και φιλανθρωπίες προς το Έθνος. Λογικά κάποια στιγμή σ’ αυτήν θα τοποθετηθούν και επιφανείς σύγχρονοι επιχειρηματίες των οποίων οι αγαθοεργίες διαφημίζονται νυχθημερόν από τα -συνήθως ιδιόκτητα ή έστω με σημαντική σχέση εξάρτησης μαζί τους- μέσα ενημέρωσης.

Πιθανότατα δεν θα τοποθετηθούν οι ηλικιωμένοι συμπατριώτες μας που τις τελευταίες εβδομάδες γίνανε γνωστοί για τις τεραστίου -αναλογικά με το μέγεθος των περιουσιών τους- δωρεές προς την πατρίδα, είτε με τη μορφή ασθενοφόρου ή με τη μορφή μεγάλου χρηματικού ποσού προς δημόσιο νοσοκομείο. Τα περιστατικά αυτά είναι δεδομένο ότι θα περάσουν σύντομα στη λήθη, μιας και στην εποχή της άμεσης και διαρκούς πληροφορίας ο χρόνος ζωής  μιας είδησης έχει καταστεί οριακά μετρήσιμος.

Για όσο διαρκούν πάντως προκάλεσαν μια φρενίτιδα ενθουσιασμού και ένα χείμαρρο υπερθετικών σχολίων σε κάθε μέσο-έντυπο, ραδιοτηλεοπτικό, διαδικτυακό και σοσιαλμιντιακό. Η συντριπτική πλειοψηφία τόσο των δημοσιογράφων όσο και των χρηστών επιδόθηκαν σε έναν άτυπο αγώνα στομφώδους περιγραφής των γεγονότων. «Η Ελλάδα που ονειρευόμαστε», «Η Ελλάδα που μας αξίζει» και άλλα τέτοια βαρύγδουπα. Ομολογώ ότι σοκαρίστηκα! Αν εξαιρέσουμε ορισμένους που τόλμησαν να ψελλίσουν έναν αντίλογο οι αντιδράσεις του κοινού ήταν κάτι παραπάνω από αποθεωτικές. Δεν είμαι περίεργη. Αναγνωρίζω προφανώς το μεγαλείο της κίνησης των ανθρώπων, στέκομαι με δέος απέναντι στην πράξη τους και τους συγχαίρω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου αλλά συγχωρήστε μου την άποψη πως δεν μπορεί να είναι αυτή η Ελλάδα που ονειρευόμαστε ή μας αξίζει!

Δεν μπορεί να συγχέουμε την ευεργεσία με  την ανάδειξη, για ακόμη μια φορά και με τον πλέον εύγλωττο τρόπο, των χρόνιων παθογενειών αυτής της έρμης χώρας. Δεν μπορεί να θεωρείται ευλογία αυτό -η υποκατάσταση δηλαδή του συντεταγμένου κράτους από την ιδιωτική πρωτοβουλία- που επί της ουσίας είναι κατάντια. Δεν μπορεί από το υστέρημα ενός ανθρώπου να εξαρτάται το αν κάποιος άλλος θα έχει πρόσβαση στο στοιχειώδες της δημόσιας υγείας. Και μάλιστα το τελευταίο υπό σοβαρή αίρεση. Διότι άντε και δόθηκε το ασθενοφόρο και τα χρήματα στο νοσοκομείο. Οδηγοί υπάρχουν; Προσωπικό να το στελεχώσει υπάρχει; Νοσοκομείο που δεν σου ζητάει να φέρεις σεντόνια, γάζες, βαμβάκι ή και φάρμακα από το σπίτι σου υπάρχει; Γιατροί και νοσηλευτές στα νοσοκομεία υπάρχουν; Εξακολουθούν άραγε να παρέχουν -επί της ουσίας- εθελοντικά τις υπηρεσίες τους στα μεταξύ των διωγμών τους διαλλείματα ή παραιτηθήκαν και οι εναπομείναντες μέσα στην εβδομάδα;

Θα μπορούσα να συνεχίζω ώρες με αυτήν την παράθεση ερωτημάτων. Διότι αυτή δυστυχώς είναι η Ελλάδα στην οποία διαβιούμε. Μια χώρα στην οποία ζούμε από τύχη, μια χώρα που το «πάμε και όπου βγει» είναι τελικά η ιστορικά καλύτερη περιγραφή της ζοφερής μας πραγματικότητας. Είναι η χώρα που ο πρωθυπουργός δήλωσε πως θα πάει να πιεί καφέ με την γιαγιά που έκανε τη δωρεά αφού στο μυαλό του είναι δεδομένη η ύπαρξη καφέ σε κάθε μέσο Ελληνικό νοικοκυριό. Διότι ίσως δεν έχει ενημερωθεί ότι στα σούπερ μάρκετ ο καφές φέρει πλέον αντικλεπτικό ως είδος πολυτελείας. (Όπως και το λάδι άλλωστε, η φέτα σώζεται, ακόμη, διότι είναι σε φυλασσόμενα δοχεία.) Επίσης μάλλον δεν έχει ενημερωθεί ότι στην «Ελλάδα που ονειρευόμαστε και μας αξίζει» η πλειοψηφία των νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει το νοίκι, το ρεύμα, τη θέρμανση.

Για να μην το κουράζουμε λοιπόν αυτή σίγουρα δεν  είναι η Ελλάδα που μας αξίζει ή που, πρέπει να, ονειρευόμαστε. Στην ιδανική συνθήκη οι όποιες δωρεές, φιλανθρωπίες και αγαθοεργίες θα έρχονται να συμπληρώσουν την εικόνα, ως κερασάκια σε μια καλοφτιαγμένη τούρτα και όχι να καλύψουν ένα ελάχιστο  μέρος των τεράστιων κενών. Στην Ελλάδα που μας αξίζει θα είμαστε περήφανοι διότι ο κάθε ηλικιωμένος θα έχει τη δυνατότητα να ζήσει με αξιοπρέπεια και να δίνει με ευκολία ένα χαρτζιλίκι στα εγγόνια και δεν θα προσμένει το θάνατο προκειμένου να πάψει να είναι βάρος στα παιδιά του τα οποία τα φέρνουν βόλτα δύσκολα. Στην Ελλάδα που ονειρεύομαι δεν είναι η πλημμελής παροχή υπηρεσιών που έχω λάβει και εξακολουθώ να λαμβάνω το κίνητρο για να γίνω ευεργέτης, δεν είναι η ανάγκη που με ωθεί να ευεργετήσω αλλά η επιθυμία να επιστρέψω κάτι σ’ένα κράτος που μου εξασφαλίζει όλα τα απαραίτητα.

Μέχρι λοιπόν να κατακτήσουμε την Ελλάδα που πραγματικά μας αξίζει ναι μεν μπράβο σε όσους κάνουν προσωπικές υπερβάσεις αλλά συνεχίζοντας  τον αγώνα ώστε αυτές να είναι πολυτέλεια και όχι ανάγκη.

Σχετικές δημοσιεύσεις