Ευρωεκλογές ήταν λοιπόν και πάνε

 

  • Γράφει η Λένα Παπαντώνη

 

Ευρωεκλογές ήταν λοιπόν και πάνε. Πέρασαν. Κάποιοι νίκησαν, κάποιοι έχασαν. Άλλοι πολλοί, άλλοι λίγο. Κάτι σαν το «ολίγον έγκυος» είναι εξάλλου πάντοτε οι εκλογές μας. Πλην σπανίων περιπτώσεων άπαντες ανακαλύπτουν νίκες, ήττες, θριάμβους και καταστροφές κατά το δοκούν.

Δεν γνωρίζω φυσικά το αποτέλεσμα την ώρα που συντάσσω αυτές τις αράδες. Μπορώ όμως με σχετική βεβαιότητα να υποθέσω ότι, δυστυχώς, «νικητής» των εκλογών ήταν η αποχή. Δεν είναι ζήτημα μαντικών ικανοτήτων. Απλά γνωρίζω το πώς πορευτήκαν ως αυτές οι κύριοι αντίπαλοι. Τυπικά και προβλεπόμενα. Με άφθονη περατζάδα ανά τη επικράτεια, με αφθονία κενής περιεχομένου επικοινωνιακής αρλούμπας, με ακατάσχετη γενικολογία και με αλληλοκατηγορίες εκατέρωθεν.

Ποιος την έχει εν τέλει μεγαλύτερη; Τη διαφθορά εννοώ. Αυτός που δεν κατέθεσε εγκαίρως το πόθεν έσχες ή δεν παραιτήθηκε από τις εταιρείες της αλλοδαπής; Ή ο άλλος που δηλώνει φτωχός-ζάπλουτος και διοικεί το πλέον χρεωμένο κόμμα της Ευρώπης (μη δε του πλανήτη ολάκερου) αλλά την ίδια ώρα ξοδεύει τα περισσότερα από κάθε άλλον στην Γηραιά για προεκλογική καμπάνια; Έλα ντε! Αλλά εν τέλει…μας νοιάζει; Ή θα έπρεπε να μας νοιάζει;

Φυσικά, διότι δεν μπορεί ο διεκδικητής της εξουσίας να είναι ποινικά ελεγχόμενος ή ηθικά θολός. Και τόσο ο, επίδοξος, Καίσαρ όσο και ο/η σύζυγος οφείλουν και να είναι και να δείχνουν τίμιοι. Αν όχι για κανέναν ουσιώδη λόγο τουλάχιστον έτσι για τους τύπους. Για το γαμώτο αν θέλετε. Και τι προκύπτει εν τέλει από αυτήν την διελκυστίνδα, από την ψυχαναγκαστική προσήλωση στην ανάδειξη του ηθικού μειονεκτήματος του αντιπάλου με την παράλληλη αδιαφορία για την παροχή ουσιωδών και πειστικών απαντήσεων επί των φλεγόντων ζητημάτων της καθημερινότητας; Υπάρχει συναίσθηση του αντίκτυπου και των συνεπειών που αυτή η επιλογή επιφέρει σχεδόν αυτόματα; Αν ναι όσοι την υιοθετούν είναι συνειδητά επικίνδυνοι, αν όχι είναι επικίνδυνα αφελείς.

Ζούμε σε μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση πανηγυρίζει την αύξηση του ΑΕΠ και τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης την ίδια ώρα που όλοι οι οικονομικοί δείκτες που αφορούν στην ποιότητα ζωής των πολιτών είναι αρνητικοί βαίνοντας διαρκώς προς το χειρότερο. Σε μια Ευρώπη που διάγει μια από τις δυσκολότερες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας της, καθώς τα οράματα της ισοτιμίας και της ευημερίας των λαών της έχουν προ πολλού πάει περίπατο, η Ελλάδα είναι μεταξύ των φτωχότερων συγγενών -με τη βεβαιότητα ότι σύντομα θα κατακτήσει…τον πάτο. Με την αδικαιολόγητη ακρίβεια (όχι, δεν φταίει ο πόλεμος διότι αυτός αφορά όλους και όχι μονάχα εμάς) να πνίγει τις πενιχρές αυξήσεις μισθών, το στεγαστικό πρόβλημα να επιδεινώνεται συνεχώς, το κοινωνικό κράτος να είναι πρακτικά ανύπαρκτο και τις βασικές υποδομές εγκαταλειμμένες στην τύχη του «πάμε και όπου βγει», το μέλλον φαντάζει τουλάχιστον ζοφερό.

Όχι, δεν κάνω αντικυβερνητική προπαγάνδα. Ζω και κινούμαι στον τόπο μου και αφουγκράζομαι απλώς όλα όσα γίνονται και λέγονται, κάποια  που γίνονται και δεν λέγονται και άλλα που λέγονται και δεν γίνονται. Και δεν θα υιοθετήσω τις ευκολίες του «41 τακατό» και του «καλά να πάθετε αφού αυτό διαλέξατε». Πολλές φορές ο εγκλωβισμός σε κάποιες επιλογές είναι ασφυκτικός και πέραν των δυνάμεών μας. Το έχω ξαναγράψει πολλές φορές ότι η όλη κατάσταση θυμίζει ιστορίες του όχι πολύ μακρινού παρελθόντος. Τότε που η, αντίστοιχη, Ευρωπαϊκή κρίση έθρεφε το αυγό του φασισμού. Και αυτό που επίσης ξέρω είναι ότι οι λαοί δείχνουν μια επαναλαμβανόμενη, παράλογη κούραση, στα όρια σχεδόν της απέχθειας απέναντι στην μακρόχρονη ειρήνη και μια ακατανόητα παράλογη έλξη προς τον πόλεμο.

Ήδη οι ακροδεξιοί σχηματισμοί καλπάζουν και πιθανόν την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές να είναι δεύτερη Ευρωπαϊκή δύναμη. Αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα, αν θεωρούν ότι οι λαοί έχουν την πολυτέλεια να κυβερνηθούν από αυτές τις δυνάμεις τότε κάτι πάει πολύ λάθος. Όσα πλυντήρια και αν τις περάσουμε, όσες συμμαχίες και αν γίνουν με σκοπό την αναχαίτιση του «κοινού εχθρού»-σας θυμίζει άραγε κάτι;-οι ιδεολογικές γραμμές και οι στόχοι τους δεν αλλάζουν. Ο Χίτλερ με εκλογές ανέβηκε στην εξουσία και στηρίχθηκε για να διώξει τους «κακούς». Η συνέχεια είναι φυσικά γνωστή. Το θέμα είναι αν είναι αρεστή και επιθυμητή ή όχι.

Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι καθοριστική. Και η απάντηση δεν βρίσκεται στις αντιπαραθέσεις του ε/αί-σχες/ους. Αυτές απλώς μεγαλώνουν το αίσθημα αηδίας, τροφοδοτούν την απαξίωση για την πολιτική, ενισχύουν την απολιτίκ στάση, καθιερώνουν την πλαδαρότητα και την αδιαφορία ως συνειδητή στάση ζωής και εν τέλει ανοίγουν διάπλατα το δρόμο σε δημαγωγούς και καθάρματα που αυτοαναγορεύονται σε Μεσσίες. Και μετά ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως…

Σχετικές δημοσιεύσεις