Aρδευτικά νερά – Διαχρονικές εμπειρίες, διαπιστώσεις και προτάσεις

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β. ΤΣΙΟΥΤΣΙΑΣ

                  ΓΕΩΠΟΝΟΣ

                 π. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΒΙΟΜ. ΖΑΧΑΡΗΣ Α.Ε.

                 ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ

 

Εισαγωγή – Επιστημονικά στοιχεία

Με την έναρξη της προετοιμασίας των πεδινών εκτάσεων για τη νέα καλλιεργητική περίοδο, έρχονται και επανέρχονται τα ίδια καίρια προβλήματα για τις γεωργικές καλλιέργειες. Ιδιαίτερα τώρα που η κλιματική αλλαγή αποτελεί κοινή διαπίστωση με κυριότερο την διαχείριση του απαιτούμενου αρδευτικού νερού.

Ήδη ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος κ. Σκυλακάκης, επικεφαλής κυβερνητικού κλιμακίου σε πρόσφατη επίσκεψή του στην Καρδίτσα, αντιλαμβανόμενος το μέγεθος του προβλήματος κάνει τη διαπίστωση ότι «…η σωστή διαχείριση των υδάτων αποτελεί ζήτημα ζωής για την Θεσσαλία» και προτείνει «Ενιαίο Φορέα Διαχείρισης Υδάτων για την Θεσσαλία».

Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται και το παρόν άρθρο με συγκεκριμένες διαπιστώσεις και προτάσεις.

Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι το ζήτημα του αρδευτικού νερού είναι διαχρονικό, μελετάται, αλλά δεν επιλύεται.

 

Πότισμα καλαμποκιού με καταιονισμό (κανόνι)

 

Σε παγκόσμιο υδρολογικό συνέδριο που έγινε στη Λάρισα το έτος 1996, κατατέθηκαν σπουδαίες επιστημονικές απόψεις και προτάσεις, που περιλαμβάνονται στους δύο τόμους των πρακτικών του συνεδρίου. Κυρίαρχη διαπίστωση – πρόταση αποτέλεσε η προστασία του υδροφόρου ορίζοντα από την αλόγιστη άντληση των υπόγειων υδάτων.

Ο Πηνειός εκβάλλει κατ’ έτος στο Αιγαίο περί τα 2,5 δις κυβ. μέτρα  νερού, ο δε Αχελώος εκβάλλει στο Ιόνιο κατ’ έτος περί τα 5,5 δις κυβικά μέτρα νερού. Από την πορεία των πραγμάτων προκύπτει ότι τα πορίσματα του Παγκόσμιου συνεδρίου δεν υπήρξαν προτεραιότητα της επίσημης πολιτείας.

Κατ’ έτος αρκετές ποτιστικές εκτάσεις μετατρέπονται σε ξηρικές, διότι εξαντλείται ο τοπικός υδροφόρος ορίζοντας. Αυτό έχει ως φυσικό επακόλουθο τη μείωση του γεωργικού εισοδήματος στις αντίστοιχες περιοχές. Απώλεια παραγωγικών ποτιστικών εκτάσεων έχουμε τα τελευταία έτη και από την εγκατάσταση βιομηχανικών και εμπορικών δραστηριοτήτων (φωτοβολταϊκά, βιομηχανικές και εμπορικές υποδομές). Η νομοθεσία για την προστασία της παραγωγικής γης παρακάμπτεται με ποικίλες μεθοδεύσεις και αιτιολογίες.

 

Πότισμα ζαχαρότευτλων με μπεκ

 

Η καλλιεργούμενη θεσσαλική γη ανέρχεται περίπου σε 4,5 εκατ. στρέμματα (στοιχεία από Ε.Β. Ζάχαρης Λάρισα 2008). Από την προαναφερόμενη έκταση το 50% είναι ποτιστική και το άλλο 50% καλλιεργείται με χειμερινές καλλιέργειες (σιτηρά).

Για τις ποτιστικές εκτάσεις απαιτείται κατ’ έτος περίπου 1 δις κυβικά μέτρα νερού. Το σύνολο αυτής της ποσότητας του νερού αντλείται από τον υδροφόρο ορίζοντα, (2,500.00 στρ. Χ 400 κυβ. μέτρα./στρ. = 1 δις κ.μ. νερό).

Μικρή εξαίρεση αποτελούν κάποιες εκτάσεις της περιοχής Καρδίτσας που ποτίζονται από τα δίκτυα των φραγμάτων Πλαστήρα και Σμοκόβου. Ασφαλώς η πλήρης ανάπτυξη των συστημάτων ποτισμού με σταγόνα αντί του καταιονισμού, θα επιφέρει μεγάλη οικονομία νερού σε ποσοστό 40-50% (πειράματα Ε.Β. Ζάχαρης το 1995 στην Καρδίτσα, Γεωπόνος Γ. Νούσιου).

Νομός Τρικάλων

Ο ν. Τρικάλων είναι ο δεύτερος νομός της Θεσσαλίας σε έκταση, μετά τον ν. Λαρίσης, όμως σε καλλιεργούμενη έκταση είναι τελευταίος. Η καλλιεργούμενη έκτασή του είναι το 17% της συνολικής έκτασης αυτού. Συνολική έκταση Νομού 3.383.000 στρέμματα.

Η καλλιεργούμενη έκταση (ποτιστική και ξηρική) ανέρχεται σε 580.000.000 στρ. Ποτιστική ημιορεινή έκταση είναι 51.000 στρ. Η συνολική ξηρική έκταση του νομού ανέρχεται σε 187.000 στρ.

 

Μετά την σπορά εγκατάσταση στο χωράφι στάγδην άρδευσης.

Η οικονομικότερη περίπτωση στην κατανάλωση νερού.

 

Στο πεδινό τμήμα καλλιεργούνται συνήθως εκτατικές και εντατικές καλλιέργειες (βαμβάκι, καλαμπόκι, κηπευτικά, μποστανικά). Στο ημιορεινό τμήμα, πέραν από τα κηπευτικά, υπάρχουν δενδρώδεις καλλιέργειες, κυρίως η μηλιά το υψηλό κόστος παραγωγή τόσο στις πεδινές όσο και στις ημιορεινές καλλιέργειες τείνει να τις κάνει ασύμφορες. Σοβαρή παράμετρο του κόστους, εκτός των άλλων, αποτελεί η δαπάνη για την άρδευση. Στο πεδινό τμήμα η άρδευση γίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου με άντληση από τον υδροφόρο ορίζοντα. Η απαιτούμενη ετήσια ποσότητα νερού ανέρχεται στα 80-90 εκατ. κυβικά μέτρα νερού. Για τον νομό μας, αυτή η ποσότητα αρδευτικού νερού θα μπορούσε να εξοικονομηθεί από τα φράγματα Πύλης και Νεοχωρίου. Μελέτες της ΔΕΗ από το 1987 διαπίστωναν ότι τα προαναφερόμενα φράγματα θα μπορούσαν να διαθέσουν το 70-80% του αρδευτικού νερού με δίκτυα, όπως αυτό συμβαίνει στην περιοχή Καρδίτσας με το φράγμα Σμοκόβου με ετήσιο κόστος ανά στρέμμα 5 – 7 ευρώ, κόστος που απαιτείται για την συντήρηση του δικτύου και μηδενικό ενεργειακό κόστος.

Ένα παράδειγμα: Παραγωγός που καλλιεργεί 50- στρ. στην πεδινή περιοχή των Τρικάλων έχει αρδευτικά έξοδο 40 ευρώ/στρέμμα, ήτοι 50 στρ. Χ 40 ευρώ/στρ. = 2000 ευρώ. Παραγωγός που αρδεύει τα ίδια στρέμματα από την λίμνη Σμοκόβου έχει ετήσια αρδευτικά έξοδα 50 στρ./7 ευρώ/στρ. = 350 ευρώ. Το όφελος του δευτέρου είναι 2000 – 350 – 1650 ευρώ.

 

Όσο νερό δεν χωρά στους ποταμούς κατακλύζει τις καλλιέργειες

 

Υπόγεια νερά – Φράγματα – Δίκτυο

Ο υπόγειος υδροφορέας μυούται συνεχώς, αφ’ ενός λόγω εξαντλητικής άντλησης, αφ’ ετέρου λόγω της κλιματικής αλλαγής. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο δικό μας πρόβλημα, αλλά όπως φαίνεται είναι παγκόσμιο.

-Σχετική μελέτη στο Πανεπιστήμιο της Καλλιφόρνιας και έρευνα σε 40 χώρες διεπιστώθει ότι υπάρχει ραγδαία εξάντληση των αποθεμάτων των υπόγειων υδάτων.

-Η Καταλονία της Ισπανίας είναι σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» λόγω ξηρασίας. Το επίπεδο του νερού στους υπόγειους ταμιευτήρες έπεσε στο 16% της χωρητικότητας τους.

Προ πολλών ετών, έκαναν αισθητή την παρουσία τους τα αλμυρά νερά της θάλασσας, τα οποία εισχωρούν στις υπόγειες λεκάνες. Έτσι σε παραθαλάσσιες περιοχές τα αντλιοστάσια αντλούν υφάλμυρο νερό, με το οποίο ποτίζονται καλλιεργούμενες εκτάσεις. Οι εκτάσεις αυτές παράγουν μειωμένα ποσοτικά και ποιοτικά προϊόντα. Σταδιακά τα εδάφη γίνονται ακατάλληλα για εκμετάλλευση και ερημοποιούνται (παθογενή εδάφη). Το φαινόμενο αυτό, της πλήρωσης των υπόγειων δεξαμενών με υφάλμυρο νερό ασφαλώς επεκτείνεται και πέραν των παραλιακών εκτάσεων και ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα μέχρι που μπορεί να επεκταθεί σε όλο τον Θεσσαλικό κάμπο.

Ως μόνη ορθή και μακροχρόνια λύση προκύπτει η ανάπτυξη των φραγμάτων, τα οποία ασφαλώς θα έχουν διττό ρόλο, την ανάσχεση των νερών των ποταμών σε έκτακτες περιπτώσεις, και την αποθήκευση αυτών για πότισμα. Επίσης θα υπάρχει αύξηση των παραγομένων προϊόντων και σημαντική ποιοτική αναβάθμιση αυτών λόγω του καθαρού αρδευτικού νερού. Η δαπάνη για την άντληση των υδάτων καταργείται και μπορεί να διατεθεί για την βελτίωση των εδαφών και την ανάπτυξη των δικτύων μεταφοράς του νερού.

Η ποσότητα του 1 δις κ.μ. νερού που απαιτείται για την άρδευση του θεσσαλικού κάμπου μπορεί να μειωθεί κατά 30-40% (όπως ελέχθη) με καθολική εφαρμογή της στάγδην άρδευσης.

Η Δυτική Θεσσαλία πέραν των υπαρχόντων φραγμάτων Σμοκόβου και Πλαστήρα και με υπόθεση κατασκευής των φραγμάτων Μουζακίου – Πύλης – Νεοχωρίου, εξασφλίζονται περί τα 500.000.000 κ.μ. νερού. Ανάλογα έργα (φράγματα) μπορούν να γίνουν και στους άλλους νομούς.

Τούτη η περίοδος ας μην περάσει πάλι με σχεδιασμό και συζητήσεις. «Οι καιροί ου μενετοί».

Σχετικές δημοσιεύσεις