Η Χρησιμοποίηση των Δικαστηρίων για Αρπαγή Περιουσίας

Της Ράνιας Γάτου

Ποιήτριας, Δοκιμιογράφου, Εικαστικού

Στην καρδιά του κοινωνικού προβλήματος της αρπαγής περιουσίας από συγγενείς ή άλλους με κατάχρηση των δικονομικών δυνατοτήτων κατάθεσης ψευδών αγωγών ή εγκλήσεων, βρίσκεται η αντίθεση μεταξύ της δικαιοσύνης ως ιδανικού και της δικαιοσύνης όπως μπορεί να εφαρμόζεται στην πράξη. Ο Πλάτων, για παράδειγμα, στο έργο του “Πολιτεία”, εξετάζει την ιδέα της δικαιοσύνης ως μια ανώτερη μορφή αρετής, που προϋποθέτει την ορθότητα και την ευθυκρισία. Κατά την Ορθόδοξη θεολογία, δικαιοσύνη σημαίνει αγιότητα, η οποία προϋποθέτει την ορθή πίστη για τον Τριαδικό Θεό και το ορθό ήθος, το οποίο συνίσταται α) στην ευσέβεια προς τον Θεό, β) στη σωφροσύνη προς τον εαυτό μας και γ) στη δικαιοσύνη προς τον πλησίον, δηλαδή να μην κάνει κάποιος σε άλλον εκείνο που δεν θέλει να του κάνει ο άλλος (Αποστόλου Παύλου, προς Τίτον, κεφ. 2, στιχ. 12).

Όπως γράφει στη διπλωματική της εργασία η κα Όλγα Μακριδάκη με θέμα «Οικονομία και Θεσμοί στο Βιβλικό Ισραήλ» που υποβλήθηκε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Βόλος, 2020), σελ. 101-102 (με επιβλέποντα τον αν. καθηγητή κ. Πασχάλη Αρβανιτίδη), ο Ναβουθαί, κάτοικος του Βορείου Βασιλείου, του Ισραήλ, είχε στην κατοχή του ένα αμπέλι κοντά στο καλοκαιρινό ανάκτορο στην περιοχής του βασιλιά του Βορείου Βασιλείου, του Ισραήλ, Αχαάβ, το οποίο ο τελευταίος επιθυμούσε, προφανώς για προέκταση του δικό του κήπου. Ο Αχαάβ πρότεινε στο Ναβουθαί να του παραχωρήσει το αμπέλι του με αντάλλαγμα ένα καλύτερο αμπέλι ή το αντίτιμο του ίδιου έναντι χρηματικού ποσού, όμως εκείνος αρνήθηκε δηλώνοντας πως είναι περιουσία των προγόνων του, «μή μοι γένοιτο παρά Θεού μου δούναι κληρονομίαν πατέρων μου». Η άρνησή του αυτή απογοήτευσε τον βασιλιά Αχαάβ (Γ΄ Βασιλειών, κεφ. 20, στιχ. 4) και γύρισε στο ανάκτορό του λυπημένος. Όταν η γυναίκα του, η Ιεζάβελ (η οποία ήταν Συροφοινίκισσα και ειδωλολάτρισσα, αλλά και εκδίπλωνε έναν χαρακτήρα δολιότητας και διαφθοράς) τον ρώτησε τι έχει, εκείνος της αποκρίθηκε για το αμπέλι. Η σύζυγός του Ιεζάβελ ασκώντας ψυχολογική επιρροή στον βασιλιά Αχαάβ, αναφερόμενη στη βασιλική εξουσία του, επινόησε μία κατηγορία κατά του Ναβουθαί με ψευδομάρτυρες, καθώς η αναγκαστική αγορά γης εκείνη την περίοδο ήταν παράνομη κατά το Νόμο του Μωϋσή. Και αφού ο βασιλιάς Αχαάβ και η σύζυγός του Ιεζάβελ, διοργανώνοντας πλεκτάνη εναντίον του, κατηγόρησαν ψευδώς τον Ναβουθαί για δήθεν βλασφημία κατά του βασιλιά και του Θεό, ένα άδικο δικαστήριο του βασιλιά Αχαάβ τον καταδίκασε σε θάνατο δια λιθοβολισμού. Ο Ναβουθαί θανατώθηκε εξαιτίας των ψευδών κατηγοριών τις οποίες δήθεν απέδειξαν οι ψευδομάρτυρες, ενώ το αγροτικό του ακίνητο δημεύθηκε υπέρ της περιουσίας του βασιλιά Αχαάβ και περιήλθε στην ιδιοκτησία του Αχαάβ. Κατόπιν εντολής του Θεού ο Προφήτης Ηλίας πήγε να συναντήσει τον βασιλιά Αχαάβ και να του προαναγγείλει ότι θα έχει ανάλογο τέλος με τον Ναβουθαί, όπως επίσης και ολόκληρη η βασιλική του οικογένεια συμπεριλαμβανομένου και της συζύγου του Ιεζάβελ. «Σε συναντώ» του απάντησε ο Προφήτης Ηλίας, «διότι μάταια πούλησες τον εαυτό σου θεληματικά στην αμαρτία. Έστησες τον Ναβουθαί κατηγορούμενο ενώπιον άδικων δικαστών. Τώρα στέκεσαι εσύ κατηγορούμενος ενώπιον του δικαιοκρίτου Θεού! Σκότωσες τον αθώο Ναβουθαί, του άρπαξες άδικα την περιουσία. Τώρα η οικογένειά σου και η περιουσία σου θα εξολοθρευθούν. Τη σύζυγό του Ιεζάβελ θα καταφάγουν τα σκυλιά, το δικό σου αίμα θα γλείψουν τα σκυλιά και τα γουρούνια, στον ίδιο τόπο, όπου έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί (Γ΄ Βασιλειών, κεφ. 20, στίχοι 19 – 23). Εκπληρώθηκαν αργότερα όσα είπε ο Θεός μέσω του Προφήτη Ηλία για τη συγκεκριμένη τιμωρία της Ιεζάβελ (Δ΄ Βασιλειών, κεφ.9, στίχοι 35 – 36) και για τη συγκεκριμένη τιμωρία του Αχαάβ (Γ΄ Βασιλειών, κεφ. 22, στιχ. 38) από τον σφετεριστή του θρόνου του, τον Ιηού. Και των δύο ο θάνατος ήταν βίαιος και επαίσχυντος! [Η Παλαιά Διαθήκη (μετά συντόμου ερμηνείας), τομ. ΣΤ΄, Βασιλειών Γ΄ – Δ΄, υπό Ν.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «Σωτήρ», Αθήναι 1920, σελ. 281επ.) Ζει Κύριος ο Θεός για την τιμωρία των αδικούντων τόσο επί της γης όσο και στην αιώνια κόλαση της άλλης ζωής, αν δεν υπάρξει ειλικρινής και έμπρακτη μετάνοια σε αυτήν την επίγεια ζωή!

Όμως, όταν το δικαστικό σύστημα χρησιμοποιείται για ιδιοτελείς σκοπούς, με τη νομική έννοια της κατάχρησης δικονομικών δυνατοτήτων, όπως η αρπαγή περιουσίας, παρατηρούμε μια διαστροφή αυτού του ιδανικού. Το δίκαιο, που υποτίθεται ότι υπηρετεί την αλήθεια και την προστασία όλων και ιδίως των αδυνάτων, αφού οι ισχυρότεροι ενδέχεται να μπορούν να διαπερνούν τον  λεγόμενο ιστό της αράχνης του νόμου, γίνεται εργαλείο καταπίεσης και αδικίας. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να αναλυθεί μέσω της φιλοσοφίας του Μακιαβέλι, ο οποίος στον “Ηγεμόνα” του, επισημαίνει ότι η εξουσία μπορεί συχνά να ασκείται με τρόπο που υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών, ακόμα κι αν αυτό απαιτεί ανήθικες πρακτικές. Βεβαίως, υπάρχει και η δυνατότητα εμφανίσεως φαινομένων «παραδικαστικών κυκλωμάτων», όπως και η δυνατότητα παραπλανήσεως του δικαστηρίου από εκείνον που επιδιώκει την αρπαγή περιουσίας άλλου. Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας είναι μια τέτοια παράνομη και ανήθικη πρακτική, που μπορεί να οφείλεται στους παραπάνω αναφερόμενους λόγους.

Επιπλέον, ο Καντ, με την κατηγορική προσταγή του, θα καταδίκαζε αυτήν την πρακτική ως εντελώς ανήθικη. Σύμφωνα με τον Καντ, πρέπει να πράττουμε μόνο σύμφωνα με εκείνη την αρχή την οποία μπορούμε ταυτόχρονα να θέλουμε να γίνει καθολικός νόμος. Η χρήση των δικαστηρίων για ιδιοτελείς σκοπούς καταστρατηγεί αυτήν την αρχή, διότι αν όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τα δικαστήρια για να αρπάξουν περιουσία, το σύστημα της δικαιοσύνης θα κατέρρεε. Ο Τζον Ρολς, με τη θεωρία του για τη δικαιοσύνη ως αμεροληψία, θα υποστήριζε ότι η αληθινή δικαιοσύνη προϋποθέτει μια θέση αμεροληψίας, όπου οι κοινωνικοί θεσμοί δομούνται έτσι ώστε να εξασφαλίζουν τα βασικά δικαιώματα και ελευθερίες όλων των ατόμων. Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας παραβιάζει αυτή την αρχή, δημιουργώντας ανισότητες και αδικίες που υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή. Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας, συνεπώς, δεν είναι μόνο μια νομική ανωμαλία, αλλά και μια ηθική αποτυχία. Αντί να υπηρετούν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, τα δικαστήρια μπορεί να γίνονται εργαλεία καταπίεσης και ανηθικότητας. Αυτή η πρακτική αποτελεί μια υπενθύμιση της διαρκούς ανάγκης για ηθική εγρήγορση και διαφύλαξη των θεμελιωδών αξιών της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας σε κάθε κοινωνία. Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας όχι μόνο παραβιάζει τις αρχές της δικαιοσύνης και της ηθικής, αλλά επίσης φωτίζει την εγγενή σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη φιλαυτία και την κοινωνική ευημερία. Αυτή η πρακτική αποτελεί μια περίπτωση όπου η ιδιοτέλεια και η απληστία υπερνικούν την ηθική ακεραιότητα και την κοινή ευθύνη.

Ο Λόρδος Άκτον έγραψε κάποτε ότι “η εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα.” Αυτό το απόφθεγμα είναι ιδιαίτερα σχετικό όταν εξετάζουμε την κατάχρηση του δικαστικού συστήματος για προσωπικό όφελος. Οι συγγενείς ή οποιοιδήποτε άλλοι που χρησιμοποιούν τα δικαστήρια για να αρπάξουν περιουσία, επιδεικνύουν μια μορφή διαφθοράς, όπου η δύναμη που τους παρέχεται από το νομικό σύστημα, δηλαδή οι δικονομικές δυνατότητες κατάθεσης αγωγών και εγκλήσεων, μετατρέπεται σε εργαλείο για την καταπίεση και την εκμετάλλευση των άλλων, δηλαδή σε κατάχρηση δικονομικών δυνατοτήτων στην περίπτωση των αγωγών ή σε ψευδή καταμήνυση στην περίπτωση των εγκλήσεων. Η αρπαγή περιουσίας μέσω δικαστικών διαδικασιών δεν έχει μόνο νομικές και ηθικές συνέπειες, αλλά και βαθιές κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις. Για τα θύματα, αυτή η πρακτική μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ψυχική και συναισθηματική οδύνη, καταστρέφοντας οικογενειακές σχέσεις και διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα. Η κοινωνία ως σύνολο επηρεάζεται επίσης, καθώς οι τέτοιες πρακτικές συμβάλλουν στην αύξηση της κοινωνικής ανισότητας και στην αποδυνάμωση της πίστης στη δικαιοσύνη και την αμεροληψία των θεσμών. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η δικαιοσύνη είναι η ύψιστη αρετή, και η επίτευξή της απαιτεί μια ισορροπία μεταξύ των προσωπικών συμφερόντων και του κοινού καλού. Όταν οι συγγενείς ή οποιοιδήποτε άλλοι καταφεύγουν στα δικαστήρια για να αρπάξουν περιουσία, χωρίς να έχουν ουσιαστικά δικαιώματα, αλλά καταχρώμενοι μόνον τις δικονομικές τους δυνατότητες για την προσφυγή στα δικαστήρια, αυτή η ισορροπία διαταράσσεται. Η πράξη αυτή μπορεί να δείχνει με σαφήνεια την αδυναμία του ατόμου να ελέγξει τα πάθη του και να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και της ευπρέπειας. Η θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου, όπως αναπτύχθηκε από τον Τζον Λοκ και τον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι δημιουργούν κοινωνίες και κυβερνήσεις για να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους και να προωθήσουν το κοινό καλό. Όταν το δικαστικό σύστημα χρησιμοποιείται για την αρπαγή περιουσίας, το κοινωνικό συμβόλαιο παραβιάζεται, και οι θεσμοί που υποτίθεται ότι προασπίζουν τη δικαιοσύνη και την προστασία των πολιτών μπορεί να γίνονται εργαλεία καταπίεσης και εκμετάλλευσης.

Η ηθική ευθύνη κάθε ατόμου είναι να ενεργεί με τρόπο που να προάγει την κοινωνική δικαιοσύνη και να μην παρεμποδίζει παράνομα και αυθαίρετα την ευημερία των άλλων. Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας αντιτίθεται σε αυτή την ευθύνη, καταδεικνύοντας την ανικανότητα ή την απροθυμία των ανθρώπων να δρουν με ηθική ακεραιότητα και αλτρουισμό. Ο Εμμανουήλ Καντ θα κατέκρινε αυτήν την πράξη ως ανήθικη, επειδή υπονομεύει την κατηγορική προσταγή που απαιτεί να ενεργούμε μόνο σύμφωνα με αρχές που μπορούμε να θέλουμε να γίνουν καθολικοί νόμοι. Για να αντιμετωπιστεί η κατάχρηση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας, απαιτούνται θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια, την αμεροληψία και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για όλους, καθώς και την παραδειγματική τιμωρία όσων καταχρώνται τις δικονομικές δυνατότητές τους με την κατάθεση ψευδών αγωγών και εγκλήσεων. Οι νόμοι και οι κανονισμοί πρέπει να ενισχυθούν ώστε να αποτρέπουν την εκμετάλλευση του δικαστικού συστήματος για ιδιοτελείς σκοπούς και να διασφαλίζουν ότι η δικαιοσύνη υπηρετεί τα συμφέροντα του κοινού καλού.

Η χρήση των δικαστηρίων για την αρπαγή περιουσίας είναι μια πρακτική που θέτει σοβαρά φιλοσοφικά και ηθικά ερωτήματα. Απαιτείται συνεχής εγρήγορση και δέσμευση για την προάσπιση της δικαιοσύνης και της ηθικής ακεραιότητας σε κάθε πτυχή της κοινωνίας και ιδιαίτερα στην απονομή της δικαιοσύνης. Η προστασία της δικαιοσύνης και της αμεροληψίας δεν είναι μόνο ένα νομικό ζήτημα, αλλά και μια ηθική υποχρέωση που αφορά όλους μας. Όπως είπε ο Μαχάτμα Γκάντι, ‘Η αλήθεια και η δικαιοσύνη δεν μπορούν να αγνοηθούν για πάντα. Η δικαιοσύνη πάντα υπερισχύει, έστω και αν χρειάζεται χρόνος για να το κατανοήσουμε.’ Αυτά τα λόγια μας υπενθυμίζουν τη διαρκή σημασία της δικαιοσύνης και της ηθικής ακεραιότητας, ενισχύοντας την αξία του αγώνα ενάντια στην αδικία και την κατάχρηση εξουσίας.

Σχετικές δημοσιεύσεις