Η συκιά (Ιστορίες που πρέπει να λέγονται)

Γράφει: ο γιατρός Χρήστος Γκίμτσας.

Ο Λάζαρος ήταν υπάλληλος της εφορίας. Το έφερε όμως η τύχη και μπλέχτηκε με ένα τροχαίο, και χρειάστηκαν μερικά χειρουργεία για να περπατήσει πάλι καλά.
Είναι κατανοητό, πως η μακροχρόνια συνύπαρξη γιατρού και αρρώστου, οδηγεί τελικά και στην φιλία.
Ο Λάζαρος, το φιλαράκι πια , είχε ένα μικρό κτήμα σε μία πλαγιά, λίγο έξω από την πόλη, με
ένα αμπελάκι και ένα παλιό σπίτι μέσα του. Όλα από την προίκα της κυρίας Ελευθερίας, της γυναίκας του.
Κάθε φορά που ο Λάζαρος τρυγούσε το αμπέλι- καθαρό μοσχάτο !- πάταγε τα σταφύλια, και γέμιζε με τον μούστο δυό, τρία βαρελάκια. Παράλληλα, σε μία παράγκα δίπλα στο σπίτι, άναβε τα κάρβουνα, έστηνε το καζάνι και άρχιζε η ιεροτελεστία της απόσταξης. Σ’ αυτήν την διαδικασία, ήμουν πάντα καλεσμένος μαζί με μερικούς άλλους φίλους, και από τους πρώτους που δοκίμαζαν το φρέσκο απόσταγμα. Και αυτό ήταν τιμή για τον Λάζαρο!
Εννοείται ότι, ο ίδιος θεωρούσε πως το δικό του τσίπουρο ήταν πάντα το καλύτερο της περιοχής!
Εγώ πήγαινα κυρίως για την παρέα και τον χαβαλέ αλλά και για τα καινούργια χοιρινά που ψήνονταν σε ένα αναμμένο μαγκάλι ,δίπλα στο αποστακτήρα.
Καλά περνούσαμε τσιμπολογώντας λουκάνικα και πανσέτες, κουτσοπίνοντας συγχρόνως το
ζεστό ακόμα απόσταγμα, το καλύτερο της περιοχής , όπως είπαμε! Και μέσα σε όλα αυτά, όλο και κάποιος έλεγε και μια ιστορία- ψέματα, αλήθεια ποιός ξέρει- για να περνάει η βραδιά ακόμα καλύτερα.
Σε ένα από αυτά τα βράδια ο Λάζαρος, μας είπε και την δική του ιστορία και σας την μεταφέρω όπως την άκουσα.
«Που λέτε, άρχισε ο Λάζαρος, κάποια μέρα στην υπηρεσία ήλθε ένα γέροντας σε πανικό, για κάποιο φορολογικό του πρόβλημα , που ο λογιστής του αντί να το λύσει , τον έμπλεξε περισσότερο.

Τον λυπήθηκα και θέλησα να τον βοηθήσω. Δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, αλλά ήθελε πολλή χαρτούρα.
Τελικά το πρόβλημα λύθηκε και το πρόσωπο του γέροντα έλαμψε καθώς με ευχαριστούσε. Μόνο τα χέρια δεν μου φίλησε. Μία από τις επόμενες ημέρες, νάτος πάλι ο γέροντας- Αργύρη τον έλεγαν-, κουβαλώντας ένα πανέρι σκεπασμένο με μία πετσέτα.
-Αυτό είναι για σένα, μου είπε. Ξαφνιάστηκα.
-Τι είναι αυτό ρε Αργύρη, του λέω , και καθώς σήκωσα την πετσέτα, από κάτω πρόβαλαν καμιά
είκοσι -πενταριά ωραία μεγάλα σύκα, όμορφα τακτοποιημένα.
-Είναι βασιλικά, μου λέει. Από την συκιά που έχω στην αυλή του σπιτιού μου, στο χωριό. Άμα σ’ αρέσουν , να σου φέρω και άλλα.
-Και δεν φέρνεις , του λέω, καθώς κοιτούσα τα λαχταριστά φρούτα.
Τον είδα να φεύγει ικανοποιημένος. Όσο για τα σύκα, τα πλακώσαμε εκεί στην υπηρεσία με τους άλλους συναδέλφους και δεν έμεινε φλούδα.

Την άλλη μέρα, πάρτον πάλι τον Αργύρη, φορτωμένος πάλι με σύκα.
»Τα πήρα και του είπα ,πως μπαίνει σε τόσο κόπο, και δεν έπρεπε.
-Μπα , μου λέει, τι κόπος. Ευχαριστιέμαι που σ΄αρέσουν. Ύστερα μόνο εσύ και εγώ τα τρώμε.
Στο σπίτι μόνος μου είμαι, την γυναίκα την έχασα, τα παιδιά φευγάτα και οι γύρω, ούτε τα ζυγώνουν. Στο τέλος τα τρώνε τα πουλιά.
»Από τότε κάθε φθινόπωρο, καθώς τα σύκα ωρίμαζαν , ο κυρ- Αργύρης, το θεωρούσε υποχρέωση να μου φέρνει μερικά, μιας και ήμουν ο μόνος που τα τιμούσε. Και για να τον βγάλω από τον κόπο, άρχισα να πηγαίνω εγώ στο χωριό – δυό βήματα δρόμος ήταν- και να τρυγάω μόνος μου την συκιά και ο Αργύρης να με προτρέπει: Πάρε κι άλλα, χαμένα θα πάνε!
»Πέρασε ο καιρός, εγώ πήρα την σύνταξή μου και οι επισκέψεις στο χωριό αραίωσαν, μέχρι που δεν ξαναπήγα και το Αργύρη δεν τον ξαναείδα.
»Μια μέρα ήλθε και με βρήκε εκεί στο καφενείο που αράζω, ένας σχετικά νεαρός και με ρώτησε αν ήμουν ο κύριος Λάζαρος ο εφοριακός.

-Εγώ είμαι , του είπα.
-Ξέρεις κύριε Λάζαρε, εγώ είμαι ο γιός του κυρ- Αργύρη.
» Ξαφνιάστηκα.
-Τι κάνει μωρέ ο Αργύρης, ρωτάω. Είναι καλά;
-Έχουμε λίγο καιρό που τον χάσαμε, μου απαντά.
-Λυπάμαι , ήταν καλός άνθρωπος. Συχωρεμένος νάναι και να τον θυμάστε.
-Ευχαριστώ, όμως άφησε σε μένα και τον αδελφό μου ένα πρόβλημα, και θέλουμε την βοήθειά σου. Ξαφνιάστηκα πάλι
-Ότι θέλετε, ότι μπορώ, απάντησα.
-Ξέρεις κύριε Λάζαρε, ο πατέρας πεθαίνοντας, άφησε μία διαθήκη και τα μοίρασε ότι είχε και δεν είχε σε μένα στον αδελφό μου και στα δυό εγγόνια του. Είπαμε και εμείς να γκρεμίσουμε το παλιό σπίτι που είναι ερείπιο πια, και να χτίσουμε δυό καινούργια, ένα για τον καθένα μας. Μόνο που για να αυτό , έπρεπε να κόψουμε μία συκιά που βρίσκεται στο κέντρο της αυλής.
Αλλά μέσα στην διαθήκη ο πατέρας έβαλε όρο να μην την πειράξουμε, για να μπορείς εσύ να
έρχεσαι και να μαζεύεις όσα σύκα ήθελες.
Γιατί λέει, είσαι ο μόνος άνθρωπος που εκτίμησε.
»Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Ακούς εκεί τι διαθήκη άφησε ο άνθρωπος!
– Και από μένα τι θέλετε; Ρωτάω.
-Είπαμε μη τυχόν και γνώριζες τον όρο αυτό της διαθήκης και δεν τολμήσαμε να κόψουμε το δέντρο, μήπως και θύμωνες και μπλέκαμε… γι’ αυτό ήλθα και σε βρήκα. Τι λες συμφωνείς να την κόψουμε;
-Τι λες παιδί μου του απάντησα, να την κόψετε και να βάλω και υπογραφή ότι συμφωνώ. Ακούς εκεί !
» Και για σιγουριά, με πήγαν σε συμβολαιογράφο και υπέγραψα ένα χαρτί που έλεγε πως δεν ενδιαφέρομαι, δεν αποδέχομαι τον όρο αυτό της διαθήκης και πως τα παιδιά ήταν ελεύθερα να κόψουν το δέντρο και να χτίσουν.
»Αυτά που λέτε με τον Αργύρη και την συκιά» είπε ο Λάζαρος , τελειώνοντας.
Γελάσαμε.
«Κοίτα να δεις τι μπορεί να σκέφτεται ο άνθρωπος και τι μπερδέματα μπορεί να αφήσει
πίσω του», είπε ένας από την παρέα, καθώς ξαναγεμίσαμε τα ποτήρια.
«Άντε, είπε ένας άλλος, στην μνήμη του Αργύρη, λοιπόν!»
Και καθώς ξαναδοκιμάζαμε για μία ακόμα φορά ‘’το καλύτερο τσίπουρο της περιοχής’’, το δικό μου βλέμμα έπεσε με λιγουριά πάνω στα λουκάνικα και τα παιδάκια που ψήνονταν πάνω στο μαγκάλι και γέμισαν με την μεθυστική τους τσίκνα την ατμόσφαιρα.
Εκείνη την στιγμή, μπήκε στο παραγκάκι, η γυναίκα του Λάζαρου κρατώντας στο χέρι ένα πιάτο λέγοντας:
«Σας έφερα μερικά σύκα για να γλυκαθείτε . Τα βρήκα σήμερα στην αγορά και τα ζήλεψα. Είναι
από τα καλά, τα βασιλικά που λένε!» Μείναμε όλοι άφωνοι από την έκπληξη και την
σύμπτωση. Στο τέλος ένας από όλους μας κατάφερε να πει:
« Ευχαριστούμε κυρία Ελευθερία. Και του χρόνου πάλι εδώ, γεροί να είμαστε!»


[email protected]

Σχετικές δημοσιεύσεις